ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΑΡΧΙΚΗ ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΑΣ (κεφ. 6) :
Ο Άριος πολιτισμός αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα μιας από τις πιο τέλειες εφαρμογές των προαναφερθεισών αρχών. Σε αυτόν τον πολιτισμό η τάξη των brahmana δεν ήταν στην κορυφή της κοινωνικής ιεραρχίας λόγω της υλικής δύναμης ή του πλούτου της, ή λόγω της παραεκλησιαστικής της οργάνωσης. Μόνο η θυσιαστήρια τελετουργία, η οποία ήταν προνόμιο της, προσδιόριζε την ανώτερη θέση της σε σχέση με τις άλλες τάξεις. Διαπερνώντας αυτούς που τις πραγματοποιούσαν με κάποιο είδος φοβερής και ευεργετικής δύναμης, η τελετουργία και η θυσία επέτρεπαν στον brahmana να συμμετέχει στην ίδια φύση με αυτήν των επικαλούμενων δυνάμεων. Όχι μόνο αυτή η ιδιότητα θα παρέμενε σε αυτό το πρόσωπο για πάντα, καθιστώντας τον άμεσα ανώτερο, σεβαστό και επίφοβο για τους άλλους αλλά θα μεταδιδότανε επίσης στους απογόνους του. Παρεισφρύοντας στο ρεύμα δύναμης σαν κάποιο είδος υπερβατικής κληρονομιάς, αυτή η ιδιότητα θα γινότανε το χαρακτηριστικό γνώρισμα μίας φυλής, που ενεργοποιούνταν στα άτομα με την τελετή της μύησης.(1) Το μεγαλείο μίας κάστας προσδιορίζονταν από την δυσκολία και από την χρησιμότητα των λειτουργιών που εκτελούσε. Λόγω των προαναφερθεισών προϋποθέσεων, στον κόσμο της παράδοσης τίποτα δεν εκτιμούνταν περισσότερο από τις πνευματικές επιρροές που η τελετουργία μπορούσε να ενεργοποιήσει μέσω των αναγκαίων ενεργειών. Τίποτα δεν φαινότανε τόσο δύσκολο όσο το να έρθει κάποιος σε μία πραγματική και ενεργή σχέση με τις αόρατες δυνάμεις που ήταν έτοιμες να συντρίψουν τον απερίσκεπτο άνθρωπο που θα τολμούσε να τους αντιπαρατεθεί χωρίς να κατέχει τα αναγκαία προσόντα και γνώση. Για αυτόν τον λόγο η κάστα των brahmana παρά το γεγονός ότι ήταν διασκορπισμένοι παντού στην Ινδία, μπορούσαν να έχουν τον σεβασμό των μαζών και να απολαμβάνουν το κύρος που κανένας τύραννος ποτέ δεν είχε, όσο καλά εξοπλισμένος και να ήταν.(2)
Στην Κίνα, όπως επίσης στην Ελλάδα και στην αρχαία Ρώμη, η αριστοκρατία χαρακτηρίζονταν κυρίως από την κατοχή και άσκηση εκείνων των τελετών που συνδέονταν με την θεϊκή δύναμη που πήγαζε από τον ιδρυτή της οικογένειας. Στην Κίνα μόνο οι ευγενείς εξασκούσαν τις τελετές (yi-li) ενώ οι πληβείοι απλώς είχαν έθιμα (su). Ένα Κινέζικο ρητό λέει:«Οι τελετές δεν είναι κληρονομιά των συνηθισμένων ανθρώπων», το οποίον αντιστοιχεί με το περίφημο απόφθεγμα του Appius Claudius “Auspicia sunt patrum”. Μία Λατινική έκφραση χαρακτηρίζει τους πληβείους σαν gentem non habent: ανθρώπους που δεν έχουν τελετές ούτε προγόνους. Για αυτόν τον λόγο στην αρχαία Ρώμη οι ευγενείς θεωρούσαν τον τρόπο ζωής και την σεξουαλική ένωση των πληβείων ανάλογη με αυτήν των αγρίων ζώων (more ferarum). Έτσι, το υπερφυσικό στοιχείο ήταν το θεμέλιο της ιδέας της παραδοσιακής αριστοκρατίας και της γνήσιας βασιλείας. Αυτό που καθόριζε έναν αρχαίο αριστοκράτη δεν ήταν απλώς μία βιολογική κληρονομιά ή μία φυλετική επιλογή, αλλά μάλλον μία ιερή παράδοση. Στην πραγματικότητα, ακόμη και ένα ζώο μπορεί να έχει βιολογική και φυλετική καθαρότητα. Σε τελευταία ανάλυση, στο σύστημα των καστών οι νόμοι του αίματος, της κληρονομικότητας και οι ενδογαμικοί περιορισμοί δεν εφαρμοζόντουσαν μόνο στους brahmana αλλά και στις άλλες κάστες επίσης. Δεν ήταν με αυτήν την έννοια που λεγότανε για τους πληβείους ότι στερούνταν προγόνων. Η αληθινή πρώτη αιτία της διαφοροποίησης μεταξύ ευγενών και πληβείων ήταν ότι οι πρόγονοι του πληβείου και του δούλου δεν ήταν «θεϊκοί πρόγονοι»(divi parentes) όπως οι πρόγονοι των γενών των πατρικίων. Καμία υπερβατική ποιότητα ή «μορφή» ανατιθέμενη σε μια αυστηρή και μυστική τελετουργική παράδοση δεν είχε μεταβιβασθεί σε αυτούς μέσω του αίματος. Οι πληβείοι στερούνταν αυτή την δύναμη μέσω της οποίας τα μέλη της αριστοκρατίας μπορούσαν απευθείας να τελούν τις δικές τους λατρείες ή να είναι μέλη της ιερατικής τάξης (όπως συνέβαινε στην περίπτωση του αρχαίου κλασσικού κόσμου, στις αρχαίες Βόρειες και Γερμανικές φυλές, στην Άπω Ανατολή κ.ο.κ.). Οι πληβείοι δεν είχαν το προνόμιο της δεύτερης γέννησης, η οποία χαρακτήριζε τους arya (ευγενής) και η Manudharmasastra (3) δεν διστάζει να πει ότι και ακόμα και ένας arya δεν είναι ανώτερος από έναν sudra εάν δεν έχει ξαναγεννηθεί.
Οι πληβείοι δεν είχαν εξαγνισθεί από καμία από τις τρεις ουράνιες φωτιές που στο αρχαίο Ιράν πιστευότανε ότι δρούσαν σαν οι μυστικές ψυχές των τριών ανώτερων καστών της αυτοκρατορίας. Οι πληβείοι επίσης στερούνταν το «ηλιακό» στοιχείο το οποίο στο αρχαίο Περού χαρακτήριζε την τάξη των Ίνκας. Η ανομοιογένεια των πληβείων δεν είχε όρια. Δεν είχαν δικιά τους αληθινή λατρεία και κατά μία ανώτερη έννοια δεν είχαν ιδρυτή (patrem ciere non possunt) (4). Ως εκ τούτου η λατρεία των πληβείων δεν μπορούσε να βοηθήσει αλλά είχε ένα μαζικό και χθόνιο χαρακτήρα. Στην Ινδία χαρακτηριζότανε από φρενήρεις και εκστατικές τελετουργίες, λίγο πολύ συνδεδεμένες με το υπόστρωμα των προαρίων φυλών. Στους Μεσογειακούς πολιτισμούς χαρακτηριζότανε από την λατρεία των μητέρων και από κρυφές δυνάμεις σε αντίθεση με τις φωτεινές μορφές της ηρωικής και Ολύμπιας παράδοσης. Οι πληβείοι, οι οποίοι στην αρχαία Ρώμη καλούνταν «παιδιά της γης» είχαν μία θρησκευτική λατρεία για τις θηλυκές θεότητες της γης. Ακόμη και στην Κίνα, η επίσημη αριστοκρατική θρησκεία στεκότανε αντίθετη με τις πρακτικές αυτών που συχνά καλούνταν «κατεχόμενοι από πάθος» (ling-pao), και με τις δημοφιλείς λατρείες ενός Μογγολικού και σαμανικού τύπου.Βρίσκουμε επίσης την μεταφυσική αντίληψη της αριστοκρατίας και στις αρχαίες Τευτονικές παραδόσεις, όχι μόνο επειδή σε αυτές τις παραδόσεις κάθε ηγέτης ήταν συγχρόνως ο ανώτατος ιερέας του λαού του και της χώρας του, αλλά ακόμη επειδή αξιώνοντας μία θεϊκή ύπαρξη σαν πρόγονο διαχώριζε μία οικογένεια από όλες τις άλλες. Έτσι, ένας βασιλιάς επιλεγότανε αποκλειστικά από τα μέλη αυτών των προνομιούχων οικογενειών. Για αυτόν τον λόγο ένας βασιλιάς απολάμβανε μία διαφορετική μεγαλοπρέπεια από αυτήν που απολάμβανε, για παράδειγμα, ένας στρατιωτικός αρχηγός (dux ή heritzogo) που περιστασιακά επιλεγότανε σε πολεμικές καταστάσεις λόγω των αναγνωρισμένων προσωπικών του προσόντων.Φαίνεται ότι οι αρχαίοι Νορβηγοί βασιλείς εκτελούσαν τις τελετουργίες από μόνοι τους, χωρίς την βοήθεια της ιερατικής τάξης. Ακόμη και μεταξύ των αποκαλούμενων πρωτογόνων λαών, αυτοί οι οποίοι δεν είχαν μυηθεί αντιμετώπιζαν την περιφρόνηση από τον ίδιο τον λαό τους και αποκλείονταν από όλα τα στρατιωτικά και πολιτικά προνόμια της φυλής τους. Προτού υποβληθεί σε τελετουργίες που προορίζονταν να μεταμορφώσουν την εσωτάτη του φύση και οι οποίες συχνά συνοδεύονταν με σκληρές δοκιμασίες και με μία περίοδο απομόνωσης, το άτομο δεν θεωρούνταν ότι ήταν αληθινός άνδρας αλλά μάλλον ότι ανήκε στην ίδια τάξη με τις γυναίκες, τα παιδιά και τα ζώα.
Ένα άτομο γινότανε μέλος της ομάδας των αληθινών ανδρών που ήλεγχαν την κοινότητα, μόνο μέσω της νέας ζωής που αφυπνιζότανε σε αυτόν με την μύηση, σχεδόν σαν να ελάμβανε μέρος σε ένα «μυστήριο» ή να προσχωρούσε σε μία αδελφότητα. (5)Εφόσον ένα άτομο μετείχε αυτής της νέας ζωής, η οποία σχεδόν «δεν είχε καμία σχέση με την παλιά», έπαιρνε ένα νέο όνομα, μία νέα γλώσσα και νέες αρμοδιότητες. Έτσι, συγγραφείς όπως ο H. Schurtz έχουν διακρίνει σωστά σε αυτό την αρχική αιτία της αληθινής πολιτικής ενότητας. Αυτή η επίγνωση ενισχύει αυτό που έχω πει προηγουμένως σχετικά με το επίπεδο ανάπτυξης που χαρακτηρίζει κάθε παραδοσιακή πολιτεία και το οποίον είναι διαφορετικό από το επίπεδο που χαρακτηρίζει κάθε ενότητα βασισμένη απλώς σε φυσιοκρατικές προϋποθέσεις. Αυτές οι «ανδρικές ομάδες» (στα Γερμανικά Mannerbunde), στις οποίες κάποιος γίνεται δεκτός μετά από μια αναγέννηση που πραγματικά τον εισάγει στην αντρική ηλικία, διαφοροποιεί ένα άτομο από τα υπόλοιπα μέλη της κοινότητας, του δίνει δύναμη (imperium) και ένα αδιαμφισβήτητο γόητρο. (6)Μόνο στους πρόσφατους χρόνους η αριστοκρατία όπως και η βασιλεία έχουν πάρει ένα απλό κοσμικό και πολιτικό χαρακτήρα. Στην αρχή, αριστοκρατία και βασιλεία βασίζονταν σε χαρακτήρα, φυλή, τιμή, ηρωισμό και πίστη, στην noblesse d’ epee και στην noblesse de coeur. Αργότερα αναδύθηκε μία πληβεία άποψη της αριστοκρατίας που αρνιότανε ακόμα και τα προνόμια του αίματος και της παράδοσης.Ένα τυπικό παράδειγμα αυτής της τελευταίας άποψης είναι η αποκαλούμενη αριστοκρατία της κουλτούρας και η αριστοκρατία του πνεύματος που αναδύθηκαν σαν δευτερεύον αποτέλεσμα του αστικού πολιτισμού. Κατά την διάρκεια μίας απογραφής που έγινε στην επικράτεια του Φρειδερίκου του Μεγάλου, ο αρχηγός μίας αρχαίας Γερμανικής αριστοκρατικής οικογένειας χιουμοριστικά απάντησε «Analphabet wegen des hohen Adels», σε αναφορά με την αρχαία αντίληψη των Βρετανών λόρδων που θεωρούνταν «έμπειροι στον νόμο και σοφοί, ακόμη και αν πιθανόν δεν ήξεραν πώς να διαβάζουν», Η αλήθεια είναι ότι σε ένα γενικό πλαίσιο μίας κανονικής ιεραρχικής θεώρησης, η αρχή που καθόριζε τις τυπικές οντολογικές και ουσιώδεις διαφορές μεταξύ των ανθρώπων και οι οποίες ήταν στην βάση της ιδέας της αριστοκρατίας και των προνομίων της, δεν ήταν ποτέ η «διανοητικότητα» αλλά μάλλον η «πνευματικότητα». Η παράδοση διατηρήθηκε, αν και σε μία εξασθενημένη μορφή, μέχρι τους χρόνους της ιπποτικής αριστοκρατίας όπου ενσωματώθηκε με κάποιο ασκητικό και ιερό προσανατολισμό στις μεγάλες μεσαιωνικές αδελφότητες. Σε αυτή την χρονική στιγμή, η αριστοκρατία ήδη είχε το κυριότερο σημείο αναφοράς της στην θρησκεία, όχι στον εαυτόν της αλλά έξω από αυτόν και σε μία διαφορετική τάξη, δηλαδή στον κλήρο, αν και ο κλήρος αντιπροσώπευε μία πνευματικότητα που απείχε πολύ από την πνευματικότητα των αρχικών αριστοκρατιών.Το τελετουργικό και το ιερό στοιχείο ήταν η βάση της εξουσίας των δύο ανώτερων τάξεων και του πατέρα στην αρχαία αρχοντική οικογένεια. Στις Δυτικές Άριες κοινωνίες όπως η Ελλάδα και η Ρώμη ο pater familiae αρχικά απολάμβανε μία θέση παρόμοια με αυτήν του ιερέα-βασιλιά. Ο όρος pater ήταν συνώνυμος με τον βασιλιά (απ’ όπου και οι λέξεις rex, άναξ, βασιλεύς). Εξέφραζε την ιδέα μίας πνευματικής εξουσίας όπως επίσης μίας δύναμης και ενός ηγεμονικού αξιώματος.Σύμφωνα με μερικές απόψεις με τις οποίες συμφωνώ εξ’ ολοκλήρου, η πολιτεία είναι μία εφαρμογή σε μία μεγαλύτερη κλίμακα της ιδίας αρχής η οποία στις απαρχές συγκροτούσε την αριστοκρατική οικογένεια. Άρα ο pater αν και ήταν ο στρατιωτικός αρχηγός και ο άρχων του νόμου για τους συγγενείς και δούλους , in primis et ante omnia ήταν το άτομο που ήταν επιφορτισμένο για την εκτέλεση των παραδοσιακών τελετών και θυσιών κάθε οικογένειας, τις τελετές και τις θυσίες που συνέθεταν την μη ανθρώπινη κληρονομιά του. Αυτή η κληρονομιά που πήγαζε από τον ιδρυτή της οικογενείας, αντιπροσωπευότανε από φωτιά, (για παράδειγμα, οι τριάντα φωτιές των τριάντα οικογενειών που ήταν γύρω από την κεντρική φωτιά της Vesta στην αρχαία Ρώμη.) Αυτή η φωτιά, που τροφοδοτούνταν με ειδικά υλικά και αναβότανε με καθορισμένες τελετουργίες και μυστικούς τύπους, θεωρούνταν ότι έπρεπε να μένει αναμμένη πάντα από κάθε οικογένεια σαν η ζωντανή και αισθητή μάρτυρας της θεϊκής της κληρονομιάς. Ο πατέρας ήταν ο ρωμαλέος ιερέας επιφορτισμένος με την φροντίδα της ιερής οικογενειακής φωτιάς, αλλά ήταν επίσης αυτός που έπρεπε να εμφανίζεται σαν «ήρωας» στα παιδιά του, στους συγγενείς, και στους υπηρέτες. Ή σαν ο φυσικός μεσολαβητής κάθε αποτελεσματικής σχέσης με το υπερφυσικό. Ή σαν ο υπέρτατος αναζωογονητής της μυστικής δύναμης της ιεροτελεστίας, που ήταν παρούσα στην ουσία της φωτιάς. Σαν η ενσάρκωση της «τάξης», όπως ήταν ο Agni για τους Ινδοάριους.
Σαν η αρχή που «φέρνει τους θεούς σε μας» ή όπως ο «πιο διακεκριμένος από την τάξη». Σαν τον «γιο της δύναμης» (7). Ή σαν «αυτόν που μας οδηγεί μακριά από αυτόν τον κόσμο, σε ανώτερες διαστάσεις, στον κόσμο της σωστής δράσης» (8).Η κύρια ευθύνη του pater ήταν να εμποδίζει την «φωτιά να σβήσει» έτσι ώστε να αναπαράγει, διαιωνίζει και συντηρεί την «μυστική νίκη του προγόνου» (9). Αυτή η ευθύνη για την φωτιά ήταν η εκδήλωση του «βασιλικού» συστατικού της οικογένειας του, με τον pater να είναι «ο κύριος της γενιάς και της θυσίας». Με αυτόν τον τρόπο ο pater πραγματικά αποτελούσε το κέντρο της οικογένειας. Ολόκληρη η αυστηρή δομή των παραδοσιακών πατρικών δικαιωμάτων απέρρεαν από αυτό το κέντρο σαν μία φυσική συνέπεια, και υπήρχαν ακόμα και όταν αυτή η γνώση των πρωταρχικών αρχών είχε χαθεί. Στην αρχαία Ρώμη, οποιοσδήποτε είχε, όπως ο pater, το ius quiritium (το δικαίωμα να φέρει δόρυ και να κάνει θυσίες) είχε επίσης το δικαίωμα να κατέχει γη, χωρίς ποτέ αυτά να μπορούν να καταργηθούν. Μιλούσε εξ ονόματος των θεών και λόγω ισχύος. Όπως ακριβώς οι θεοί, εκφραζότανε μέσω συμβόλων και σημείων. Δεν ήταν από ύλη. Αρχικά, δεν ήταν δυνατό (nulla auctoritas) να διωχθεί ποινικά ένας πατρίκιος, αφού θεωρούνταν σαν ένας λειτουργός των θεών, όπως ακριβώς ο βασιλιάς σε πρόσφατους χρόνους. Εάν ο πατρίκιος διέπραττε ένα έγκλημα στον κόσμο του (mundus) το δικαστήριο (Curtia) μπορούσε να διακηρύξει μόνο ότι είχε κάνει κάτι άνομο (improbe factum). Τα δικαιώματα επάνω στους συγγενείς του ήταν απόλυτα, ius vitae necisque. Ο θεϊκός του χαρακτήρας του επέτρεπε να πουλάει ή και ακόμη να θανατώνει τα παιδιά του κατά την κρίση του (10). Σύμφωνα με αυτό το πνεύμα διατυπώθηκαν οι εκφράσεις αυτές που ο Vico σωστά αποκάλεσε «φυσικά ηρωικά δικαιώματα» ή «θεϊκά δικαιώματα των ηρωικών ανθρώπων».Σύμφωνα με μία παράδοση των πατρικίων η τελετή που αντιστοιχούσε σε ένα «Ουράνιο» συστατικό είχε το προβάδισμα έναντι των άλλων στοιχείων της ίδιας παράδοσης που σχετίζονταν με την φύση. Αυτό μπορεί να στοιχειοθετηθεί από αρκετές απόψεις από τους αρχαίους Ελληνορωμαϊκούς νόμους. Έχει σωστά ειπωθεί ότι:Στην αρχαιότητα αυτό που ένωνε τα μέλη μιας οικογένειας ήταν κάτι πιο δυνατό από την γέννηση, συναισθήματα και φυσική δύναμη. Ήταν η λατρεία της εστίας και των προγόνων. Αυτή η λατρεία διαμόρφωνε την οικογένεια σε ένα ενιαίο σώμα, σε αυτόν τον κόσμο και τον επόμενο. Η αρχαία οικογένεια ήταν περισσότερο μία θρησκευτική παρά μία φυσική ένωση (11).Η κοινή τελετή συνέθετε τον αληθινό δεσμό της οικογενειακής ενότητας και συχνά ακόμη και αυτών των γενών. Εάν επιτρεπότανε σε έναν ξένο να λάβει μέρος στην κοινή τελετουργία, αυτός ως εκ τούτου γινότανε ένας υιοθετημένος γιος που απολάμβανε εκείνα τα δικαιώματα, που επίσης μπορούσαν να αφαιρεθούν από έναν πραγματικό γιο που ήταν ένοχος παραμέλησης της τελετής της οικογένειας του ή από έναν γιο που του απαγορευότανε να λάβει μέρος σε αυτήν. Αυτό προφανώς σήμαινε ότι σύμφωνα με την παραδοσιακή ιδέα, η τελετουργία παρά το αίμα είχε την δύναμη να ενώνει ή να διαφοροποιεί τα άτομα (12).
Στην Ινδία, Ελλάδα και Ρώμη, μία γυναίκα έπρεπε να ενωθεί υπερφυσικά με την οικογένεια ή το γένος του μέλλοντος συζύγου της μέσω της τελετής. Η νύφη πριν γίνει νύφη ενός άνδρα, ήταν η νύφη του Agni ή της υπερφυσικής φωτιάς. Αυτοί που τους επιτρεπότανε να συμμετάσχουν σε μία γνήσια τελετή ενός γένους πατρικίων αποκτούσαν με αυτόν τον τρόπο μία εξευγενιστική υπερφυσική συμμετοχή που τους προίκιζε με κάποια από τα προνόμια του συγκεκριμένου γένους, ενώ συγχρόνως και αυτοί δέσμευαν τους απογόνους τους σε αυτό.Συμπερασματικά, είναι δυνατόν να καταλάβουμε την ιερή πλευρά της φεουδαρχίας, όπως αυτή αναδύθηκε προηγούμενα στην αρχαία Αίγυπτο, αφού δια μέσου του μυστικιστικού «δώρου της ζωής» προερχομένου από αυτόν, ο βασιλιάς συγκέντρωνε γύρω του ένα σώμα από πιστούς υπηκόους που ανυψώνονταν στο ιερατικό αξίωμα. Ανάλογες ιδέες μπορούν να βρεθούν στο Περού μεταξύ των Ίνκας στα «Παιδιά του Ήλιου», και σε κάποιο βαθμό ακόμη και μεταξύ της Ιαπωνικής φεουδαρχικής αριστοκρατίας.Στην Ινδία βρίσκουμε την ιδέα, η οποία υποβιβάσθηκε στο δόγμα των «θυσιών» γενικά, μίας οικογενειακής γραμμής αρρένων απογόνων (πρωτοτοκία) που συνδέεται άμεσα με το πρόβλημα της αθανασίας. Ο πρωτότοκος - που αυτός μόνο έχει το δικαίωμα να επικαλείται τον Ίντρα, τον ουράνιο πολεμιστή θεό - θεωρείται σαν ο μόνος που η γέννηση του απελευθερώνει τον πατέρα από το χρέος του στους προγόνους. Έτσι λέγεται ότι ο πρωτότοκος «απελευθερώνει» ή «σώζει» (trayate) τους προγόνους στον άλλον κόσμο. Ο πρωτότοκος στεκάμενος στο «πεδίο της μάχης», που αντιπροσωπεύεται από αυτήν την γήινη ύπαρξη, επιβεβαιώνει και συνεχίζει την γραμμή επίδρασης που σχηματίζει την ουσία των προγόνων και που μεταφέρεται μέσα στο ρεύμα του αίματος σαν φωτιά που εξαγνίζει. Είναι σημαντικό ότι ο πρωτότοκος θεωρείται ότι έχει γεννηθεί για να εκπληρώσει ένα «καθήκον» σε αυτήν την τελετουργική υποχρέωση που δεν επηρεάζεται από ανθρώπινα συναισθήματα και δεσμούς.Δεν είναι αδύνατον, συνεπώς, ότι σε μερικές περιπτώσεις μία οικογένεια να προέρχεται από προσαρμογή από ένα ανώτερο και αποκλειστικά πνευματικό τύπο ενότητας που υπήρχε σε παλαιότερους καιρούς. Για παράδειγμα, ο Lao-Tzu (13) υπαινίσσεται ότι η οικογένεια εμφανίσθηκε στο τέλος μίας σχέσης άμεσης συμμετοχής, μέσω του αίματος, με την αρχική πνευματική αρχή. Μία παρόμοια ιδέα ακόμη που αντηχεί σαν ένα κατάλοιπο, είναι στην προτεραιότητα, που αναγνωρίζουν αρκετές παραδόσεις, της πνευματικής πατρότητας έναντι της φυσικής πατρότητας, ή μίας «δεύτερης γέννησης» έναντι της φυσικής γέννησης.
Στην αρχαία Ρώμη, για παράδειγμα, μπορούμε να αναφερθούμε στην εσώτερη πλευρά του αξιώματος που απονέμονταν την ώρα της υιοθεσίας, σαν μία άυλη και υπερφυσική γενεαλογική σχέση που θεωρούνταν ότι συνέβαινε κάτω από την προστασία των «Ολύμπιων» θεών. Κάποια χρονική περίοδο η υιοθεσία επιλέγονταν σαν η βάση για την συνέχιση του αυτοκρατορικού αξιώματος .Σύμφωνα με ένα αρχαίο Ινδουιστικό κείμενο:Το ότι η μητέρα και ο πατέρας του τον γέννησαν λόγωαμοιβαίας επιθυμίας και το ότι γεννήθηκε στην μήτρα ,θα έπρεπε να το θεωρεί σαν απλό ερχομό στην ύπαρξη.Αλλά η γέννηση που έκανε ένας δάσκαλος για αυτόν…είναι πραγματική , χωρίς γηρατειά και ελεύθερη από θάνατο. (14)Με αυτόν τον τρόπο οι φυσικοί δεσμοί δεν είναι μόνο δευτερεύοντες, αλλά μπορεί και να αντιστραφούν. Έτσι σύμφωνα με το ίδιο κείμενο, «ο brahmana που προκαλεί την Βεδική γέννηση ενός μεγαλύτερου προσώπου και του διδάσκει τα καθήκοντα του, γίνεται πατέρας του ακόμα και εάν είναι ο ίδιος ένα παιδί».(15) Οπουδήποτε ο νόμος της patria potestas (Σημ. μετ. πατρικής εξουσίας) θεωρούνταν από κοινωνική και νομική άποψη ότι ήταν απόλυτος και σχεδόν θεϊκός, ένας τέτοιος νόμος μπορούσε να απολαμβάνει αυτόν τον πνευματικό χαρακτήρα μόνο αν είχε (ή αν αρχικά είχε) μία τέτοια δικαίωση στην τάξη της πνευματικής καταγωγής, και επίσης αν ήταν συνδεδεμένος με συγγενικούς δεσμούς όπως η «ψυχή» είναι συνδεδεμένη με το «σώμα» μέσα στην οργανική ενότητα του οικογενειακού γένους. Δεν θα επεκταθώ περαιτέρω σε αυτές τις σκέψεις. Εν τούτοις είναι αξιοπρόσεκτο ότι ένα μέρος των αρχαίων αντιλήψεων προϋποθέτουν επίσης την ιδέα μίας ενότητας που δεν είναι απλώς βιολογική αλλά και ψυχοπνευματική. Έτσι η ενοχή ενός μέλους της οικογενείας θεωρούνταν ότι επηρέαζε όλη την οικογένεια.(16) Επίσης σύμφωνα με αυτήν την ιδέα, ένα μέλος της οικογένειας μπορούσε να λυτρώσει κάποιο άλλο ή να συνεχίσει μία πράξη εκδίκησης για λογαριασμό άλλου κ.ο.κ.Σε όλες αυτές τις απόψεις βρίσκουμε την επαναλαμβανόμενη επιβεβαίωση της άποψης σύμφωνα με την οποία οι παραδοσιακοί θεσμοί ήταν διατεταγμένοι «εκ των άνω» και δεν βασίζονταν στην φύση αλλά σε ιερές κληρονομιές και σε πνευματικές πράξεις που συνέδεαν, ελευθέρωναν και «διαμόρφωναν» την φύση. Στην θεϊκή διάσταση αυτό που είναι σημαντικό είναι το αίμα (θεοί σύναιμοι) και η οικογένεια (θεοί εγγενείς). Η πολιτεία, η κοινωνία, η οικογένεια, αστικά συναισθήματα, ως καθήκοντα με την σύγχρονη έννοια (κοσμική, ανθρώπινη, κοινωνική), όλα αυτά είναι ανθρώπινα «δημιουργήματα», πράγματα εντελώς τεχνητά και υπάρχοντα έξω από την σφαίρα επιρροής της παραδοσιακής πραγματικότητας, στον κόσμο των σκιών.
Το φως της Παράδοσης δεν ήξερε κανένα από αυτά τα πράγματα.
1. Ο brahmana , που συγκρινότανε με τον ήλιο, συχνά θεωρούνταν ότι επιβεβαιωνότανε από μία ακτινοβόλο ενέργεια ή λαμπρότητα (tejas) που πήγαζε από την ζωτική δύναμη λόγω της «πνευματικής του γνώσης». Satapatha Brahmana , 13.2.6.10.
2. Σχετικά με την προέλευση της εξουσίας του brahmana δες το «Οι νόμοι του Μανού» 9.313-17.
3. Οι νόμοι του Μανού 2.39,103,157-58,172
4. Στην μυθική αφήγηση της ίδρυσης των καστών όπως έχει παραδοθεί από τους brahmana, ενώ σε κάθε μία από τις τρεις ανώτερες τάξεις αντιστοιχεί μία ομάδα θεών, δεν ισχύει το ίδιο για τους sudra, που δεν έχουν δικό τους θεό στον οποίον να μπορούν να προσευχηθούν και να κάνουν θυσίες.
5. Hutton Webster, Πρωτόγονες μυστικές κοινωνίες (Ιταλική μετάφραση 1921).
6. Σχετικά με την αρρενωπότητα κατά μία ανώτερη και μη φυσιοκρατική έννοια, μπορούμε να αναφερθούμε στην λατινική λέξη vir σαν αντίθετο του homo. Ο G. B. Vico (Η νέα επιστήμη, 3.41) έχει ήδη επισημάνει ότι ότι αυτή η λέξη υποδηλώνει ένα ξεχωριστό αξίωμα, εφόσον χαρακτηρίζει όχι μόνο τον άνδρα που έχει παντρευτεί πατρικία, αλλά επίσης την αριστοκρατία, τους δικαστικούς (duumviri, decemviri), τους ιερείς (quindicemviri, vigintiviri), τους κριτές (centemviri), διότι «ο όρος vir υποδηλώνει σοφία, ιεροσύνη και συμπεριφορά βασιλιά, που όπως εξήγησα προηγουμένως συγκροτούσαν μία ενότητα στον άνθρωπο των προγόνων, στην πολιτεία που αποτελούνταν από γένη.
7. Rg Veda 1.1.7-8,1.13.1,10.5.7,8.3.8
8. Atharva Veda ? 6.120.1 Η έκφραση αναφέρεται στην garhapatya-agni που ανάμεσα στις τρεις φωτιές, είναι αυτή του pater ή της κεφαλής της οικογένειας.
9. «Ο πατέρας είναι η φωτιά του σπιτιού». Nόμοι του Manu 2.231 Η συντήρηση της ιερής φωτιάς είναι καθήκον του dvija, του διπλογεννημένου, ο οποίος ίδρυσε τις τρεις ανώτερες κάστες (2.108) . Δεν είναι δυνατόν τώρα να επεκταθούμε, πέρα από αυτήν την σύντομη αναφορά, στην παραδοσιακή λατρεία της φωτιάς. Αργότερα θα αναφερθώ στον ρόλο που είχαν άνδρες και γυναίκες στην λατρεία της φωτιάς, μέσα στην οικογένεια και στην κοινωνική ζωή.
10. Σχετικά με τις παραπάνω εκφράσεις, δες M. Michelet, Histoire de la republique romaine (Paris 1843), 1.138, 144-46. Παρόμοια στοιχεία βρίσκονται ακόμα σε πιο νεώτερες παραδόσεις. Οι Βρετανοί λόρδοι στις αρχές θεωρούνταν ημίθεοι και στην ίδια κοινωνική θέση με τον βασιλιά. Σύμφωνα με ένα νόμο που εκδόθηκε από τον Εδουάρδο τον 1ον κατείχαν το δικαίωμα της απλής ανθρωποκτονίας.
11. F. de Coulanges , Cite antique, 105.
12. Στην Ρώμη υπήρχαν δύο τύποι γάμου, ο ένας που συνδεότανε με το χθόνιο και ο άλλος με το ουράνιο στοιχείο του Ρωμαϊκού πολιτισμού. Ο πρώτος τύπος ήταν ένας κοσμικός και πρακτικός γάμος, στον οποίον η γυναίκα θεωρούνταν σαν απλή ιδιοκτησία που μεταβιβαζότανε στον manum viri. Ο δεύτερος τύπος ήταν ένας μυσταγωγικός και ιερός γάμος, confarreatio, ένα θείο μυστήριο ή μία ιερή ένωση (hierogamos). Το Ελληνιστικό ισοδύναμο του confarreatio ήταν το eggineois. Το ιερό στοιχείο που ενοικούσε στην agape θεωρούνταν ότι ήταν τόσο σημαντικό που χωρίς αυτό η εγκυρότητα του γάμου μπορούσε να αμφισβητηθεί.
13. Tao te Ching, 18.
14. Nόμοι του Manu 2.147-48
15. Nόμοι του Manu 2.15016. Deut. 5:7